Τα Ρωσικά Μπαλέτα [Ballets Russes], με επικεφαλής τον Ρώσο ιμπρεσάριο Sergey Diaghilev [Σεργκέι Ντιάγκιλεφ], αποτέλεσαν ένα από τα σημαντικότερα καλλιτεχνικά φαινόμενα του 20ού αιώνα, εντάσσοντας το μπαλέτο στα αισθητικά κινήματα του μοντερνισμού. Εξέχοντες καλλιτέχνες που συμμετείχαν στις παραγωγές ήταν ο χορογράφος Michel Fokine [Μιχαήλ Φοκίν], ο χορευτής και χορογράφος Vaslav Nijinsky [Βάτσλαφ Νιζίνσκυ], οι συνθέτες Claude Debussy [Κλωντ Ντεμπυσύ] και Igor Stravinsky [Ίγκορ Στραβίνσκι] και οι ζωγράφοι Λεόν Μπακστ [Léon Bakst], Henri Matisse [Ανρί Ματίς] και Pablo Picasso [Πάμπλο Πικάσο].
Τα Ρωσικά Μπαλέτα οφείλουν την ονομασία τους στην ρωσική χορευτική παράδοση από την οποία αρχικά εμπνεύστηκαν. Ο Ντιάγκιλεφ παρουσίασε στο παρισινό κοινό μπαλέτα με μουσική Ρώσων συνθετών και θεματολογία επηρεασμένη από τον ρωσικό πολιτισμό (λαϊκές παραδόσεις και θρύλοι, αναβίωση προϋπαρχόντων μπαλέτων του ρωσικού ρεπερτορίου, ιστορικά πρόσωπα και γεγονότα, ορθοδοξία). Σύντομα, η θεματολογία διευρύνθηκε και συμπεριέλαβε στοιχεία εμπνευσμένα από παγανιστικές θρησκείες, παραδόσεις της Ανατολής και πρωτόγονους πολιτισμούς. Αυτές οι ρηξικέλευθες παραγωγές μεταμόρφωσαν το μπαλέτο από ψυχαγωγικό είδος απευθυνόμενο σε μία ελίτ σε σύγχρονη μορφή τέχνης. Η μουσική των Ρωσικών Μπαλέτων ενσωμάτωσε τις τάσεις του μουσικού μοντερνισμού: συχνές εναλλαγές ρυθμικών μέτρων, λεπτές χρωματικές διακυμάνσεις, μορφολογική ελευθερία, τροπικότητα που παραπέμπει σε μη Δυτικούς πολιτισμούς, τολμηρές συνηχήσεις, απουσία σαφούς τονικού κέντρου. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν το Πρελούδιο στο απομεσήμερο ενός φαύνου [Prélude à l'après-midi d'un faune] (Debussy, χορ. Nijinsky, 1912), που ενσαρκώνει τις αρχές του μουσικού ιμπρεσιονισμού, και τα μπαλέτα του Stravinsky: Το πουλί της φωτιάς [L'Oiseau de feu] (1910), Πετρούσκα [Petrouchka] (1911) και Ιεροτελεστία της άνοιξης [Le Sacre du printemps] (1913). Η μουσική αυτή, με τον ασταθή ρυθμό και την έλλειψη αναγνωρίσιμων μελωδιών, δημιουργεί ατμόσφαιρες (θερινή ραστώνη στο Πρελούδιο) και έντονες συναισθηματικές καταστάσεις.
Η χορογραφία των Ρωσικών Μπαλέτων σηματοδότησε ρήξη με την ακαδημαϊκή παράδοση του μπαλέτου: κοφτές χειρονομίες, απότομα άλματα και λυγισμένα πόδια, ασυνέχεια μεταξύ των κινήσεων, συμμετοχή ολόκληρου του σώματος, τονισμένες κινήσεις που δεν ακολουθούν πάντα τον τονισμό του μουσικού μέτρου. Ειδικότερα ο Nijinsky, με τις χορογραφίες του, εισήγαγε ριζοσπαστικές καινοτομίες που προκάλεσαν σκάνδαλα: γωνιώδεις κινήσεις εμπνευσμένες από αρχαιοελληνικά αγγεία, βαριά βήματα και έντονες κάμψεις που παρέπεμπαν σε πρωτόγονες τελετές. Πέρα από το χορογραφικό του έργο, ο ίδιος υπήρξε και απαράμιλλος χορευτής, με θρυλική ελαστικότητα και αιωρούμενα άλματα που τού χάρισαν τη φήμη ενός από τους μεγαλύτερους δεξιοτέχνες στην ιστορία του μπαλέτου. Τα σκηνικά και τα κοστούμια, σχεδιασμένα από κορυφαίους εικαστικούς, ενίσχυαν την ατμόσφαιρα κάθε παράστασης και συνδέονταν με τα πρωτοποριακά εικαστικά κινήματα της εποχής (φωβισμός, κυβισμός, εξπρεσιονισμός). Μέσα από τη σύμπνευση αυτήν, ολοκληρωνόταν η ενότητα μουσικής, χορού και εικαστικότητας.
Τα Ρωσικά Μπαλέτα έφεραν επανάσταση στο μπαλέτο λόγω της πολυεπίπεδης καινοτομικότητάς τους και της παγκόσμιας εξάπλωσής τους μέσω περιοδειών. Χορευτές και χορογράφοι που εργάστηκαν με τον Ντιάγκιλεφ, όπως ο Georgew Balanchine [Ζωρζ / Τζωρτζ Μπαλανσίν] και η Bronislava Nijinska [Μπρονισλάβα Νιζίνσκα], ακολούθησαν διεθνείς καλλιτεχνικές πορείες, διαδίδοντας τις αρχές των Ρωσικών Μπαλέτων. Οι μορφές μπαλέτου που αναπτύχθηκαν τον 20ό αιώνα, όπως το νεοκλασσικό μπαλέτο, συνδέονται τεχνικά και εκφραστικά με αυτή την κληρονομιά.
Μετά τη διάλυση των Ρωσικών Μπαλέτων του Ντιαγκίλεφ δημιουργήθηκαν μια σειρά από συγκροτήματα με το ίδιο όνομα (όπως π.χ. τα Ρωσικά Μπαλέτα του Συνταγματάρχη Ντε Μπαζίλ [Colonel de Basil's Russian Ballets] και το Ρωσικό Μπαλέτο του Μόντε Κάρλο [Ballet Russe de Monte-Carlo]), που συχνά περιλάμβαναν και πρώην συνεργάτες του Ντιάγκιλεφ, γεγονός που δείχνει την τεράστια επιρροή της ομάδας.